Κάθε πολιτισμική μεταβολή, είτε προκύπτει ειρηνικά είτε με την βία, ιστορικά φέρει το ειδικό βάρος μιας ειδικής κατηγορίας εξατομικευμένων βουλήσεων, εκείνη των πολιτικών. Θα ήταν πράγματι ανακριβής ο ισχυρισμός, ότι ακόμη και στις πιο ελεύθερες κοινωνίες δεν υπήρξαν στιγμές όπου ο καθολικός πρακτικός νους, η ίδια η ηθική, δεν κάμφθηκε υπέρ πολιτικών σκοπιμοτήτων. Η παρούσα μελέτη ξεκινά εξετάζοντας τους τρόπους με τους οποίους το πολιτισμικό σύστημα της Δύσης αφομοίωσε, επεξεργάστηκε και εν τέλει εκδήλωσε την πρακτικότητα, σε μία εξέχουσας σημασίας στιγμή συνάντησης ιδεολογιών: τον Μεσαίωνα. Στη συνέχεια εστιάζει στο Βυζάντιο, ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα σύζευξης πολιτισμών της ίδιας περιόδου, στο εσωτερικό του οποίου προσεγγίστηκε, συγκρούστηκε και αναδημιουργήθηκε η φιλοσοφία της Ελληνικής αρχαιότητας, ως Ελληνο-Χριστιανική. Προκειμένου να ακολουθηθεί η διαλεκτική πορεία του νου σε σχέση με την πρακτικότητα, αναζητήθηκαν κριτήρια ικανά να διαφωτίσουν βήμα προς βήμα και με ακρίβεια, τις στιγμές αυτής της πορείας. Καθρέφτης των διαλεκτικών αλληλεπιδράσεων της πρακτικότητας είναι ο πρώτος βαθμός του θεωρητικού νου, η άμεση ενορατική γνώση ή αισθητική εποπτεία: η αισθητική μεταφορά βιωμάτων, ό,τι ονομάζουμε έκφραση, αντανακλά στην ιστορική στιγμή: η ενέργεια της καλλιτεχνικής δημιουργίας αποτυπώνει τον οργανικό δεσμό μεταξύ των διαλεκτικών αλληλεπιδράσεων, ο οποίος γενικεύεται ως λογική του ηθικοκοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Τούτη είναι η λογική της πρακτικότητας, της καθολικά εκδηλωμένης βουλητικής δραστηριότητας, η οποία, παρόλο που δεν μετασχηματίζεται σε ομοιογένεια, εντούτοις περιέχει το κοινώς αποδεκτό αίτιο, το ενωτικό σημείο μεταξύ των διαφορετικών βουλήσεων. Η βυζαντινή πολιτισμική ποικιλομορφία εκδηλώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας διαλεκτικής σχέσης· η δε ακολουθία μίας ενιαίας φιλοσοφικής συνιστώσας, καθιστά αυτή τη σχέση και οργανική.
10,00 €
Κάθε πολιτισμική μεταβολή, είτε προκύπτει ειρηνικά είτε με την βία, ιστορικά φέρει το ειδικό βάρος μιας ειδικής κατηγορίας εξατομικευμένων βουλήσεων, εκείνη των πολιτικών. Θα ήταν πράγματι ανακριβής ο ισχυρισμός, ότι ακόμη και στις πιο ελεύθερες κοινωνίες δεν υπήρξαν στιγμές όπου ο καθολικός πρακτικός νους, η ίδια η ηθική, δεν κάμφθηκε υπέρ πολιτικών σκοπιμοτήτων.
Περιγραφή
Video
Επιπλέον πληροφορίες
| ISBN | 978-618-5424-54-1 |
|---|---|
| Συγγραφέας | |
| Γλώσσα Γραφής: | |
| Έτος Έκδοσης: | |
| Αριθμός Σελίδων: | 112 |
| Εξώφυλλο | |
| Εκδότης |
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Σχετικά προϊόντα
Μέσα στα τρία μέρη του βιβλίου, συγκεντρώνεται ένα μικρό μόνο κομμάτι από τους προβληματισμούς που η κατανάλωση πολιτιστικών αγαθών της Ποπ Κουλτούρας μου έχει δημιουργήσει και που έχω προσπαθήσει να εκφράσω γραπτά. Μερικά από τα πρώτα κατά χρονολογική σειρά άρθρα, που έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί αρχικά πάνω από μια δεκαετία πριν, ίσως θεωρηθούν ξεπερασμένα, ως θεματολογία ή σχετικά με τις πληροφορίες που αναφέρουν και πολλά από τα κείμενα που εμφανίζονται στο δεύτερο και τρίτο μέρος του βιβλίου έχουν υποστεί μερικές νεότερες προσθήκες και βελτιώσεις σε λεκτικά και εκφραστικά σχήματα, όμως εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων δεν έχουν επικαιροποιηθεί για να αντανακλούν γεγονότα που συνέβησαν ή πληροφορίες που έγιναν γνωστές μετά την αρχική δημοσίευσή τους.
Οι συναντήσεις που περιγράφει στο παρόν βιβλίο τον φέρνουν ενίοτε πολύ κοντά στον ρόλο του σοφόκλειου άγγελου ‘κακών επών’, τον οποίον ‘ουδείς στέργει’, εφόσον τα κακώς κείμενα στην Ελλάδα αποτελούν συχνό του θέμα. Από την άλλη, οι εδώ ιστορίες συνιστούν το υπαρξιακό δεκανίκι στο οποίο γέρνει, όπως ο εξάγγελος του γνωστού τραγουδιού, ώστε, κουτσά στραβά, να μπορεί πορεύεται σαν τον ταξιδευτή που δεν έχει πού να ξεκουράσει τον ίσκιο του…
Ο συγγραφέας, πτυχιούχος Νομικής – Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικών Επιστημών, στο παρόν βιβλίο επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα το οποίο τίθεται από πολλούς και έχει σχέση με το αν η αρχαία ελληνική θρησκευτικότητα επηρέασε καθόλου τη Χριστιανική θρησκεία ή αυτή, ως θεόπνευστη, δε δέχθηκε καμιά επίδραση.
Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να καλύψει την έλλειψη μιας συνολικής θεώρησης που αφορά τη σχέση του Γιώργου Σεφέρη με τον Δάντη. Παρά την πληθωρική σεφερική βιβλιογραφία, το θέμα έμεινε σχεδόν ανέγγιχτο. Ο Σεφέρης τονίζει επανειλημμένα ότι οι συμπτώσεις τον εμπόδισαν να προσεγγίσει τον Δάντη νωρίτερα από το 1935. Ωστόσο, η προσεκτική ανάλυση των προσωπικών γραπτών του ποιητή μάς επιτρέπει να εντοπίσουμε αρκετά στοιχεία που τείνουν να αποδείξουν ότι η «πρώτη επαφή» του με τον Δάντη έγινε από τα τέλη της δεκαετίας του ʹ20.



